Αυτό το παρατσούκλι του έδωσε ο δάσκαλος του προπολεμικά, ο Μάρκος Βαμβακάρης. Τον φώναζε συχνά έτσι, επειδή «θυμόταν όλα τα τραγούδια, τα είχε όλα αποθηκευμένα -όπως τα μουσεία έχουν όλα τα παλιά μνημεία».
Παιδικά χρόνια
Έζησε φτωχικά τα παιδικά χρόνια στη Λεωνίδου στο Μεταξουργείο, από το 1920 που γεννήθηκε εκεί. Μικρός και ξυπόλητος, χωρίς παπούτσια, θυμόταν να πηγαίνει ξύλα στην πόρτα του Κωστή Παλαμά, κάπου πάνω στα Ιλίσια ή στην Πλάκα, στην ανηφόρα.
Λίγο αργότερα μετακόμισαν στο Χατζηκυριάκειο, στη Φαβιέρου. Ο πατέρας του Νικόλαος, λεγόμενο μέλος της ευρύτερης οικογενείας της εθνικής ηρωίδας Μαντώς, ήταν Μυτιληνιός ράφτης που κατέληξε στην Αθήνα μετά από μετανάστευση στη Βραζιλία λόγω αντίδρασης στην Τουρκοκρατία του νησιού. Ο πατέρας του ήταν λόγιος άνθρωπος και συναναστρεφόταν με γιατρούς και δικηγόρους στο καφενείο εκεί. Διαβάζοντας ένα βιβλίο ιστορίας, έπεσε πάνω στο σπάνιο, ιδιαίτερο όνομα ‘Λεόνικος’. Ήταν το όνομα ενός ηγεμόνα της Βλαχίας, που είχε το ίδιο επίθετο, οπότε επέλεξαν να του δώσουν αυτό το όνομα, στον γιό τους, μαζί με την Συμιακή αρχόντισσα γυναίκα του.

Το μπουζούκι
Όταν γνώρισε το μπουζούκι και κατάφερε να φέρει ένα σπίτι, στα πρώτα εφηβικά του χρόνια, ο πατέρας του το πέταξε έξω -σαν για να σπάσει- και του είπε να διαλέξει αν θα έμενε σπίτι χωρίς μπουζούκι ή θα έφευγε μαζί του. Τόσο απαγορευμένο και στιγματισμένο ήταν τότε.
Παρά την αντίδραση, δεν άφησε το όργανο και αργότερα άρχισε να παίζει με τους πρώτους μπουζουξήδες, μεταξύ αυτών και τον «Πατριάρχη» Μάρκο.
Η κατοχή
Όταν ήρθε η κατοχή, δούλευε σε χυτήριο για να εξασφαλίσει ίσα τα προς το ζην για την εξαμελή οικογένειά του, που είχε μόνο έναν γιο. Το χυτήριο έφτιαχνε αρχικά μπόμπες βυθού για τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο. Το χυτήριο στην κατοχή το επιτάξαν οι Γερμανοί για να παράγει μπόμπες βυθού. Ήταν ιδεαλιστής και πατριώτης, οπότε είπε «δεν θα δουλεύω σε εργοστάσιο που παράγει όπλα που θα σκοτώνουν τους συμπατριώτες μου».
Προτίμησε να σταματήσει να δουλεύει εκεί, ακόμα και αν αυτό θα έθετε σε κίνδυνο την επιβίωση της οικογένειάς του. Είχε όμως τη σύμφωνη γνώμη των γονιών του, να μην δουλέψουν τα παιδιά τους για τους κατακτητές. Σύντομα, ο πατέρας του αρρώστησε από εξάντληση και πέθανε, στην αρχή στης κατοχής.

Αντιστάθηκε στην κατοχή με όποιον τρόπο μπορούσε, κοιτάζοντας να επιβιώσει με την οικογένειά του, που έτρωγε πατατόφλουδες από τα σκουπίδια.
Συχνά έκλεβε με άλλους Πειραιώτες μπιτόνια με βενζίνη ή πετρέλαιο από τους Γερμανούς, πάντα με κίνδυνο τη ζωή του, για να κερδίσει λίγα λεφτά πουλώντας τα σε επιτήδειους στη μαύρη αγορά. Ένα βράδυ, κάτω στο Πασαλιμάνι, ένας Γερμανός φρουρός τον έπιασε από τα μαλλιά, ανάμεσα από γερμανικά αυτοκίνητα, καθώς έκλεβε ένα μπιτόνι που είχε βάλει από πρωί σημάδι. Αντί να πιάσει στο μπιτόνι, έπιασε τη μπότα του φρουρού! Γρήγορα έτρεξε ανάμεσα στα τραπεζάκια του μαγαζιού δίπλα, ανάμεσα στον κόσμο, για να αποφύγει να τον πυροβολήσει και γλίτωσε.
Άλλες φορές οργάνωναν με κλεφτοπαρέα και πέφτανε σε αυτοκίνητα στις 5μμ στο ρολόι στη Δημαρχεία κοντά στον Άγιο Σπυρίδωνα, 5μμ έφερναν τα ταχυδρομεία γράμματα, αλληλογραφία. Όταν σταματούσαν και χάζευαν τους μικροπωλητές με τις τσατσάρες κ.α., όρμαγε και άνοιγε το λουκέτο με ένα καρφί, έπαιρνε το μπιτόνι, το έβαζε σε ένα σακί και το έδινε στον επόμενο να τρέξει να το πάρει. Μια φορά τους κυνήγησαν. Έστριψε σε στενό και πήδηξε μια μάντρα για να γλιτώσει. Ο άλλος πήγε ευθεία, τον έπιασαν παρακάτω και τον άρπαξαν.
Μια φορά, καθώς περπατούσε στα Περιβολάκια, ένας Γερμανός που τον ήξερε από προηγούμενη κλοπή τον αναγνώρισε. Καθώς έβγαλε το όπλο να τον πυροβολήσει, έτρεξε και κρύφτηκε ανάμεσα στον κόσμο που περπατούσε για να την γλιτώσει πάλι.
Μια άλλη φορά, στην Τερψιθέα είχε εντοπίσει ένα μπιτόνι για να κλέψει. Περιμένοντας, ήρθε ένας τύπος και τον ρώτησε αν σκοπεύει να το κλέψει. Την ώρα που τον έδιωχνε λέγοντας πως το είχε εντοπίσει πρώτος από το μεσημέρι, ο τύπος του είπε: «ανέβα σιγά-σιγά στο τελευταίο παγκάκι και δες πίσω από τη μάντρα τον Γερμανό που περιμένει να πέσει κάποιος στην παγίδα». Όντως έτσι ήταν και ο τύπος του έσωσε τη ζωή. Μετά από δύο μέρες, αυτός ο τύπος πήγε σε ένα μικρό περιβολάκι παρακάτω στην Τερψιθέα. Ανοίγοντας τον μουσαμά από ένα αυτοκίνητο να κλέψει ένα μπιτόνι, ένας Γερμανός τον περίμενε και τον σκότωσε. «Η ζωή του ανθρώπου ήταν πολύ φτηνή.»
Έζησε τη διχόνοια στην τοπική κοινωνία, βλέποντας άλλους φίλους και γνωστούς να αντιστέκονται στην κατοχή και άλλους να προτιμούν -ως τσολιάδες ταγματασφαλίτες- τη συνεργασία με τους Γερμανούς για να ζήσουν και να ταΐσουν τα παιδιά τους.
Έζησε την πολικότητα στην κοινωνία, με τους επιφανείς και πλούσιους να μην τους αγγίζει, πειράζει κανείς. «Σε κάθε κατοχή, αυτούς τους παράγοντες τους χρειάζονται, δεν τους πειράζουν. Με όλες τις καταστάσεις αυτοί πάνε μαζί.»
Μέσα στην κατοχή, τις ακραίες συνθήκες και τις αντιξοότητες, βίωσε από πρώτο χέρι τόσο το μεγαλείο της ανθρώπινης ψυχής, του φιλότιμου και του ηρωισμού, όσο και τη μικροψυχία, δειλία και προδοσία της ανθρώπινης ψυχής. Μέσα από πολλές εμπειρίες που συνταράζουν. Πολλές τις κράτησε για πάντα μέσα του.
Κάποτε συνελήφθη σε μπλόκο κάπου στην Καλλιθέα, αλλά ένας δωσίλογος που τον εκτιμούσε τον φυγάδευσε. Άλλη φορά δεν τη γλίτωσε, κλέβοντας πετρέλαιο και κατέληξε σε κάτεργα κάπου μακριά. Δούλευαν πρωί με βράδυ στον ήλιο και αρκετοί πέθαιναν κάθε μέρα από την εξάντληση. Μια μέρα, μπροστά στον κίνδυνο να καταλήξει, προτίμησε να σκάψει εσκεμμένα το πόδι του με την τσάπα και να κάνει μεγάλη πληγή, προκειμένου να βγει τραυματίας εκτός κάτεργων. Το ίδιο βράδυ, για να κάνει την πληγή μεγάλη, έβαλε ρεβίθια μέσα της, έχοντας ακούσει ότι έτσι πρήζεται και χειροτερεύει. Πέτυχε έτσι να κερδίσει λίγες μέρες, προκειμένου να γλιτώσει τον θάνατο από εξαθλίωση.
Άλλη φορά σε φυλακή, είδε έναν Ιταλό φύλακα που είχε μια κιθάρα μαζί του -ή είχε ο ίδιος το μπουζούκι μαζί του. Τον πλησίασε και τον γνώρισε. Κάθε βράδυ, στα κρυφά, ο Ιταλός ερχόταν και ζητούσε να του παίξει ένα από τα ιταλικά τραγούδια που ήξερε, το μπελαμί. Επειδή θύμιζε στον Ιταλό τη μάνα του -ήταν το αγαπημένο της- και τον έκανε να αναπολεί την Ιταλία, την οικογένειά του κλαίγοντας κάθε φορά. Αντάλλαγμα έπαιρνε λίγο φαγητό.
Όταν μαζευόταν σε παρέα -συνήθως τεσσάρων, τρεις για τσίλιες και ένας σαλταδόρος- για να κλέψουν, τις πιο πολλές έπιανε τον κόμπο και έκανε το δύσκολο, τον σαλταδόρο. Μια από αυτές τις φορές, ο Θεός τον κράτησε ζωντανό. Στη στροφή της γέφυρας της πλατείας Ιπποδάμειας πηδούσαν στα γερμανικά φορτηγά που πήγαιναν σημειωτόν, ερχόμενα από τον Άγιο Διονύση με τα μπιτόνια πετρελαίου, για να κλέψουν κανένα. Ο προηγούμενος σαλταδόρος από μια τετραμελή παρέα από την Κοκκινιά είχε πηδήξει, αλλά δεν είχε βρει τίποτα μέσα.

Τώρα ήταν η σειρά του να πηδήσει μέσα, όμως καθώς ετοιμαζόταν, ο σαλταδόρος από την Κοκκινιά του έκλεψε τη σειρά· τον έσπρωξε βίαια πίσω και όρμησε στη θέση του, να πάρει αυτός το μπιτόνι πρώτος. Μόλις σάλταρε μέσα στο φορτηγό σηκώνοντας τον μουσαμά, ακούστηκε η σφαίρα από το ντουφέκι του Γερμανού που κρυβόταν μέσα και ο σαλταδόρος έπεσε στο χώμα νεκρός. «Εγώ ήμουν αυτός. Αυτή ήταν η δική μου θέση και ο Θεός την έδωσε σε άλλον, με τον πειρασμό που ένιωσε να πάρει τη σειρά. Πολλές ήταν οι φορές που τη γλίτωσα».

Μια άλλη φορά, πιάνοντας πάλι τον κόμπο, πήγαν στην Τερψιθέα όπου είχε πολλά μπιτόνια στην πλατεία. Οργανώθηκαν οι τσιλιαδόροι και του έκαναν το σύνθημα ότι όλα είναι εντάξει, σηκώνοντας τις τραγιάσκες τους. Όρμησε να τσακώσει το μπιτόνι και κατάφερε να το πάρει χωρίς να τον δει ο Γερμανός φρουρός. Όμως καθώς έτρεχε να φύγει, παρακάτω ξαφνικά έπεσε πάνω σε έναν Γερμανό που περνούσε και τον κοιτούσε περπατώντας. Αυθόρμητα του ήρθε και άρχισε να σφυρίζει το «bella mi», κόβοντας ταχύτητα. Συνέχισε να περπατάει τάχα ατάραχος, σφυρίζοντας και ο Γερμανός φαντάστηκε πως ήταν κάποιος περαστικός. Έτσι γλίτωσε, βρέθηκε με τους τσιλιαδόρους. «Δεν ντρεπόσαστε ρε;». «Δεν τον είδαμε!».

Στην πορεία της κατοχής έζησε και την ανάπτυξη της εθνικής διχόνοιας, μεταξύ δεξιών και αριστερών, ταγματασφαλιστών και κομουνιστών. Είδε μπροστά του αντιστασιακούς να σφάζουν έγκυες γυναίκες με μαχαιριές στην κυοφορούσα κοιλιά τους. Είδε διωκόμενους αντιστασιακούς να τινάζουν τα μυαλά τους στον αέρα, προκειμένου να μην «πάρουν στον λαιμό τους» τους αθώους πολίτες γύρω τους. Έζησε ταγματασφαλίτες να σκοτώνουν εσκεμμένα Γερμανούς, ενώ ήξεραν πως κάθε νεκρός Γερμανός θα ισούτω με 50 νεκρούς φυλακισμένους αριστερούς, για να φουντώσουν το μίσος. Έζησε τα Δεκεμβριανά και τη σφαγή των ΕΑΜικών, κατόπιν ψεύτικης υπόσχεσης πως δεν θα τους πείραζε κανείς αφότου παρέδιδαν τα όπλα, προκειμένου να αποφευχθεί κυβέρνηση αριστερή στις επόμενες εκλογές. Τότε που βγήκε στον θύτη το ψευδώνυμο «παπατζής». Έζησε τη συμφωνία της Βάρκιζας και τη συμμετοχή των ΕΑΜικων επικεφαλής στην πλοκή. Μέσα από όλα αυτά, συνειδητοποίησε τη σκοπιμότητα και την ιδιοτέλεια στην πολιτική σκηνή, καθώς και τη φρίκη του φανατισμού και της διχόνοιας.
Η ιδεολογία
Σε εκείνα τα χρόνια ήταν ιδεαλιστής και τον κέρδιζε περισσότερο η σοσιαλιστική και αριστερή ιδεολογία. Από την άλλη, απομυθοποίησε την πραγματική αριστερή πολιτική μετά από ένα συνταρακτικό συμβάν που του άνοιξε τα μάτια.
Ο πατέρας του πέθαινε και η οικογένεια έτρωγε από τα σκουπίδια, καθώς ο ίδιος παρά τον αγώνα του δεν μπορούσε να εξασφαλίσει αρκετά για πέντε, οπότε αποφάσισε να πάει να δει τον αρχηγό του αριστερού μετώπου για να ικετεύσει για λίγη βοήθεια. Κατάφερε με κάποιον τρόπο να γίνει δεκτός στο γραφείο του και ζήτησε βοήθεια.
Ο αρχηγός όλου του κινήματος, το πρότυπό του τότε, χωρίς ίχνος ευαισθησίας για την κατάσταση της οικογένειάς του, αρκέστηκε να του απαντήσει με ένα ερώτημα: «Τι κάνεις εδώ, γιατί δεν είσαι στο μέτωπο να πολεμάς τον εχθρό; Το κίνημα σε χρειάζεται εκεί!».
Εκείνη τη στιγμή, συνειδητοποίησε την εσκεμμένη εκμετάλλευση της ιδεολογίας για χειραγώγηση του κόσμου και πολιτικά, ατομικά συμφέροντα. Επειδή, στο γραφείο της γραμματείας που περίμενε νωρίτερα, πριν μπει στο γραφείο του αρχηγού, είχε καθίσει απέναντι από τον ευτραφή γιο του αρχηγού, τον Λεωνίδα, βλέποντας τον να καταβροχθίζει φαγητό με τα κατακόκκινα μάγουλά του. «Αυτόν δεν τον είχε στείλει πρώτο στο μέτωπο, αλλά απαιτούσε από τους λοιπούς να το κάνουν».
Έκτοτε, έμαθε να μελετάει τα πράγματα σφαιρικά και από όλες τις οπτικές, προτού καταλήγει σε συμπεράσματα και αποφάσεις. Δεν μπορούσες να του βάλεις καμία ταμπέλα· είχε τη δική του ιδεολογία και αποστρεφόταν κάθε μορφής φανατισμού και προσκόλλησης σε κόμματα, σημαίες, ακόμα και ποδοσφαιρικές ομάδες.
Μεταπολεμικά
Κατά αλλά και μετά την κατοχή, προσπάθησε να φτιάξει τη ζωή του και να συνεχίσει να ταΐζει τις 4 γυναίκες της οικογένειάς του. Μετέφερε κάρβουνο, αρχικά με τον γαμπρό του, σπρώχνοντας μια άμαξα γεμάτη κάρβουνα, από το Λαύριο μέχρι τα Καμμένα Βούρλα, περπατώντας για μέρες και κοιμώμενοι τις νύχτες κάτω από τις ελιές.
Παράλληλα, συνέχισε να παίζει μπουζούκι με παρέες και σε κουτούκια ενίοτε.

Στον Περαία και το Χατζηκυριάκειο γνώρισε και παντρεύτηκε την Ελευθερία, με καταγωγή από την Ύδρα. Είχε και αυτή περάσει δύσκολα στην κατοχή. Χωρίς πατέρα, γεννημένη την ίδια χρονιά, είχε χάσει και την αγαπημένη, πεντάμορφη θεία της, όταν την πυροβόλησε στο κεφάλι από πίσω Γερμανός στρατιώτης, επειδή του γύρισε την πλάτη στις σεξουαλικές απαιτήσεις του. Είχε επίσης επιβιώσει από τις βόμβες των αγγλικών αεροπλάνων, βρίσκοντας καταφύγιο κάθε φορά μέσα στην Αγία Τριάδα, στο λιμάνι.

Παντρεύτηκαν στο σπίτι ενός φίλου, ο οποίος του δάνεισε το κοστούμι του για τον γάμο.


Δούλεψε πουλώντας φρούτα και λαχανικά, σέρνοντάς τα σε μια άμαξα. Μαζεύοντας λίγα χρήματα, αγόρασε έναν γάιδαρο να τη σέρνει καλύτερα. Τον ονόμασε Ταρζάν, από την αγάπη του για τον ομώνυμο κινηματογραφικό ήρωα και τις συναρπαστικές ταινίες με τον Τζόνι Βάις Μίλλερ στον ρόλο. Μια φορά, πούλησε ένα καρπούζι σε μια κυρία, η οποία φεύγοντας σταμάτησε σε έναν αστυνομικό αγορανομίας και του ζήτησε να ελέγξει ότι της το είχε χρεώσει στο σωστό βάρος. Τότε η αγορανομία σου έπαιρνε τη δουλειά και σε έκλεινε μέσα για την παραμικρή παρανομία. Μαζί γύρισαν πίσω και ο αστυνομικός του ζήτησε να το ζυγίσει, για να πιστοποιήσει ότι είναι όντως τρεις οκάδες. Πήρε το καρπούζι από τα χέρια της κυρίας και καθώς γύρισε να το βάλει πάνω στο ζύγι, προτού φτάσει του έπεσε από τα χέρια κάτω και έγινε κομμάτια. Τώρα δεν ζυγιζόταν πια!
Λίγο αργότερα απέκτησαν το πρώτο τους παιδί, τον Νίκο, ενώ δυστυχώς έχασαν ένα ακόμα στην κύηση. Έζησαν στην αυλή της μάντρα του Σκουζέ, στην Τερψιθέα, έχοντας στη σκέπη τους την ανιψιά της Ελευθερίας που είχε χάσει τη μητέρα και δεν ήξερε τον πατέρα της.
Η Νέα Υόρκη
Με όραμα μια καλύτερη ζωή για την οικογένειά τους, αποφάσισαν με τη γυναίκα του να φύγουν στην ξενιτιά. Με πρόσκληση από τον αδερφό της, πήραν το τρένο για Ολλανδία και από εκεί το υπερωκεάνειο Queen Elizabeth για τη Νέα Υόρκη, το 1955.


Έζησαν στο βόρειο Μανχάτταν, σε μια ιταλοεβραιοελληνική όμορφη τότε συνοικία, το Washington Heights (το ’80, έγινε το πιο κακόφημο κι επικίνδυνο γκέτο όλων των ΗΠΑ:). Κάπου στους 180-190 δρόμους και Αγίου Νικόλα.

Εκεί, ξεκίνησε εργαζόμενος κάτω στο λιμάνι, σε πολύ σκληρή δουλειά που δεν την άντεχε εύκολα. Έμπαιναν με πολλούς εργάτες μέσα στις σκοτεινές και σκουριασμένες δεξαμενές πλοίων πετρελαιοφόρων και τις έξυναν να τις συντηρήσουν, για λίγα λεφτά.
«Μάθε τέχνη και άστηνε, και άμα πεινάσεις πιάστηνε». Η παροιμία που σημάδεψε τη ζωή του. Ήταν γραφτό, γυρίζοντας από τη δουλειά μια μέρα, να πέσει πάνω σε έναν γνωστό μπουζουξή σε μια κεντρική λεωφόρο της Νέας Υόρκης. Γνωρίζονταν από παλιά και είχαν παίξει και μαζί. Στο μεταξύ, είχε γίνει πασίγνωστος μουσικός και είχε ταξιδέψει περιοδεία στην πόλη για να παίξει σε ένα γνωστό μαγαζί. Αγκαλιάστηκαν και είπαν τα νέα τους. Του πρότεινε, με τέτοιο ταλέντο που είχε, να ξεκινήσει να παίζει σε ένα μεγάλο νυχτερινό μαγαζί της Νέας Υόρκης.
Αυτό κι έκανε. Άφησε σταδιακά τη δουλειά στα καράβια και αφοσιώθηκε στη νυχτερινή δουλειά και την τέχνη του, το μπουζούκι. Το Egyptian Gardens ήταν ένα από τα κορυφαία μαγαζιά της Νέας Υόρκης τότε, με διασημότητες και πολλά χρήματα κάθε βραδιά.

Συνάντησε κι έπαιξε για τόσους πολλούς διάσημους, από τον Cassius Clay (Mohammed Ali), έως τον Babe Ruth. Πολιτικοί, πρωταθλητές, ηθοποιοί, τραγουδιστές, μαφιόζοι, επιστήμονες κάθονταν μπροστά του στα πρώτα τραπέζια για να ακούσουν την ορχήστρα και να δουν τις χορεύτριες και τους ανατολίτικους χορούς τους. Είδε τόσα πολλά σκηνικά να ξετυλίγονται μπροστά του.
Το μπουζούκι του έδωσε καριέρα, αναγνώριση και αρκετά χρήματα για να βοηθήσει την οικογένειά του στην Ελλάδα. Έζησε πλούσια στη Νέα Υόρκη κι απόλαυσε όλα όσα είχε στερηθεί, δίνοντας τα καλύτερα στην οικογένεια. Ήταν πολύ καλοφαγάς και καλός μάγειρας, επιλέγοντας πάντα ποιοτικά προϊόντα για σωστή διατροφή και πεντανόστιμες συνταγές. Στην πορεία, αγόρασε γη κι έχτισε πίσω στην Ελλάδα και την Παλλήνη, ποθώντας να επιστρέψει στη χώρα του. Να ζήσει στην εξοχή, να φυτέψει τα δέντρα και το περιβόλι του, να περπατήσει πάλι ξυπόλητος στο χώμα του. Να ζήσει την οικογένειά του μακριά από τους κινδύνους της μεγάλης πόλης. Ήταν για αυτόν και μια απόδραση από τη ζωή της νύχτας της Νέας Υόρκης, που του είχε ήδη κοστίσει έντονα οικογενειακά και συναισθηματικά, ενώ θα έφερνε μεγάλες δυσκολίες και συγκρούσεις στο μέλλον.


Μετά την πορεία του στη νυχτερινή μετρόπολη, άνοιξε μια ξεχωριστή σχολή μπουζουκιού στο Μανχάτταν και μετά στην Αστόρια. Τον φώναζαν «Λεωνίδα», επειδή τους ήταν ποιο οικείο κι εύκολο σαν όνομα. Ξεχώριζε επειδή μάθαινε τους μαθητές να παίζουν τραγούδι από το πρώτο μάθημα! Αντί για αρμονία και θεωρία, ξεκινούσε αμέσως πρακτικά κι εμπειρικά με μια μέθοδο που άρεσε σε όσους ήθελαν να παίξουν άμεσα. Μαθητές έρχονταν ακόμα και από το Οχάιο, οδηγώντας τότε πολλές ώρες, προκειμένου να μάθουν τραγούδια από το Μουσείο. Τους έφερνε μπουζούκια από Ελλάδα και το εργαστήριο στη Σκουζέ. Κράτησε τη σχολή του μέχρι τη δεκαετία του ’80 και τη συνταξιοδότησή του, προτού επιστρέψει οριστικά στην πατρίδα του και αφήνοντας πίσω μια «Αμερική που είχε αλλάξει και είχε χάσει την αυθεντικότητα και ποιότητα του ’50».
Συνέχισε να παίζει το μπουζούκι του και να συναντιέται με παλιούς μπουζουξήδες όπως τον Δασκαλάκη, ενώ δίδαξε σε γείτονες και στον εγγονό του. Έφυγε στα 84 το 2004, στο απόγειο των Ολυμπιακών Αγώνων και του Euro.
Ήταν το Μουσείο. Ο παππούς μου.


